Το νέο χαρακτηριστικό στοιχείο της Ανατολικής Ορθόδοξης Χριστιανικής Αυτοκρατορίας είναι ότι θωρακίστηκε με την πίστη στη θεοπρόβλητη και θεοστήρικτη εξουσία. Ο Αυτοκράτορας πρέπει να ενεργεί «κατά μίμησίν», του Αγίου Τριαδικού Θεού, δηλαδή να διέπεται από φιλανθρωπία και να αντιδρά στα όρια του καλύτερου δυνατού «κατ' οικονομίαν». Με τον τρόπο αυτό η χριστιανική σκέψη ενεργούσε ως φραγμός στον συγκεντρωτικό και απολυταρχικό χαρακτήρα της αυτοκρατορικής εξουσίας. Παράλληλα ενστερνίστηκε καίρια διδάγματα του αρχαίου ελληνικού κόσμου με επίκεντρο την προστασία του ελεύθερου πολίτη, όπως διαμορφώθηκε ως εικόνα της πόλης-κράτους.
Η παντοδυναμία του Αυτοκράτορα δεν περιορίστηκε μόνο από ηθικούς ή δεοντολογικούς φραγμούς. Υπήρχαν και δρούσαν αντίρροπες πολιτικές δυνάμεις, αλλά και εκδηλώσεις ατομικών πρωτοβουλιών σπουδαίων εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων, που αποτελούσαν βασικούς παράγοντες περιορισμού υπέρβασης της αυτοκρατορικής εξουσίας.
Συνεπώς ο Αυτοκράτορας αφενός έχοντας εσωτερικούς ηθικούς περιορισμούς ως «πιστός εν Χριστώ βασιλεύς», αφετέρου δεχόμενος πιέσεις εξωτερικών παραγόντων, τόσο από πολιτικές δυνάμεις, όσο και από εκκλησιαστικές προσωπικότητες, περιόριζε κατά το ανθρώπινο δυνατόν όποιες σκέψεις για αυταρχική, απολυταρχική, τυραννική εξουσία.
Παράλληλα, από την οπτική της πολιτικής δράσης, έπρεπε να διατηρήσει την ρωμαϊκή κληρονομιά, το ρωμαϊκό αυτοκρατορικό ιδεώδες για αποκατάσταση του ρωμαϊκού κράτους στα παλαιά του σύνορα, κάτι που επηρέασε ιδιαίτερα το πολιτικό γίγνεσθαι της Νέας Ρώμης. Στην πεποίθηση αυτή στηρίχθηκε η αδιάκοπη μέριμνα για κατοχύρωση της οικουμενικής δράσης της αυτοκρατορίας, δηλαδή του «αιώνιου» και «αήττητου» της Αυτοκρατορίας των Ρωμαΐων.
Ο επίσημος τίτλος «Αυτοκράτωρ Ρωμαίων», απέκλειε κάθε αμφισβήτηση της ρωμαϊκής εξουσίας, ενώ παράλληλα λειτουργούσε ως εγγυητής του αιωνίου και αήττητου προστάτη της ρωμαϊκής κυριαρχίας, αναβαθμισμένου μέχρι της συντελείας «πιστού εν Χριστώ βασιλέως» τοποτηρητού επί της γης του Θεϊκού θελήματος και ενεργών ως μιμητής του Χριστού.
Ο καθεδρικός ναός, αφιερωμένος στην Αγία Ειρήνη και η κατοικία του Αρχιεπισκόπου κτίστηκαν κοντά στο αυτοκρατορικό παλάτι. Η χωροταξική διευθέτηση συμβολίζει το νέο θεσμικό πλαίσιο της Αυτοκρατορίας (όπως επίσης «αποκρυπτογραφήθηκε» από τις υπογραφές των Αυτοκρατόρων). Εκκλησία (Ομόθρησκον) και Αυτοκρατορική εξουσία αποτελούν ισότιμους παράγοντες, όσον αφορά τη διασφάλιση της χριστιανικής καθαρότητας της πίστης από εμφιλοχωρούσες αιρέσεις και την πολιτική εν Χριστώ διευθέτηση των ανθρωπίνων υποθέσεων.
